Δέρβος Κώστας

Αναμφισβήτητα, ένας από τους πιο ανησυχητικούς αριθμούς της κρίσης είναι οι 427 χιλιάδες Ελληνίδες και Έλληνες έχουν φύγει από την Ελλάδα τα χρόνια της κρίσης. Πρόκειται για το γνωστό σε όλους μας brain drain, για την περιγραφή και την αντιμετώπιση του οποίου παρατηρείται το παράδοξο να δίνεται ο λόγος περισσότερο στις μεγαλύτερες γενιές παρά σε αυτή που κατεξοχήν πλήττεται από αυτό το φαινόμενο, καθώς παραπάνω από επτά στους δέκα, δηλαδή περισσότεροι από 300 χιλιάδες, βρίσκονται στο ηλικιακό πλαίσιο από 18 έως 35 ετών. Αξίζει λοιπόν να δούμε τι σημαίνει για εμάς τους νέους το brain drain, τι σημαίνει να βλέπουμε τα αδέρφια και τους φίλους μας να φεύγουν.

Το πρώτο πλήγμα είναι η απώλεια ενός κομματιού της καθημερινότητάς μας. Σε ένα περιβάλλον ήδη δύσκολο, νιώθουμε – και έτσι είναι – ότι χάνουμε συμμάχους, ότι κάποιοι από εμάς έφυγαν ηττημένοι, απογοητευμένοι ή και θυμωμένοι, με ένα βαρύ αίσθημα ματαίωσης κόπων και ονείρων.

Το δεύτερο πλήγμα είναι η αβεβαιότητα. Νιώθουμε τα περιθώρια επιστημονικής κατάρτισης, επαγγελματικής εξέλιξης και αξιοπρεπούς διαβίωσης στην πατρίδα μας να στερεύουν, αρχίζουμε να σκεφτόμαστε ότι είμαστε οι επόμενοι που θα φύγουν γιατί αυτός ο τόπος δεν έχει χώρο για εμάς, παρά τα πτυχία μας, παρά τις αμέτρητες ώρες εργασίας μας.

Το τρίτο και πιο βαρύ πλήγμα είναι η αντιπαραβολή με τη ζωή στο εξωτερικό: Ακούμε τους πιο πολλούς από αυτούς που έφυγαν να μας λένε ότι, παρά τις δυσκολίες, βρήκαν μια χώρα που σέβεται την προσωπικότητα, τις σπουδές και τη δουλειά τους, που τους ανταμείβει ανάλογα με την αξιοσύνη τους, που τους δίνει αυτά που τους αρνήθηκε η ίδια τους η χώρα. Αυτό το στοιχείο είναι κατά τη γνώμη μου και το πιο επικίνδυνο, γιατί λειτουργεί διαβρωτικά προς τον κοινωνικό ιστό, ενισχύοντας την απογοήτευση και την αγωνία όσων έχουμε μείνει πίσω, αυξάνοντας το θυμό απέναντι στα εμπόδια που βρίσκουμε διαρκώς μπροστά μας και ανατροφοδοτώντας ακόμα περισσότερο τις τάσεις φυγής.

Δεν είναι, λοιπόν, το brain drain ένας φαύλος κύκλος μόνο από άποψη οικονομίας∙ είναι πρωτίστως ένας φαύλος κύκλος από πλευράς ηθικού μιας ολόκληρης γενιάς, που βλέπει τη χώρα που μεγάλωσε σαν αθέμιτο ανταγωνιστή της.

Επειδή, όμως, οι διαπιστώσεις εδώ και χρόνια δεν αρκούν, είναι ώρα να αναζητήσουμε λύσεις. Και οι πλέον κατάλληλοι για να μας δώσουν τις σωστές απαντήσεις είναι εκείνοι που έφυγαν, μέσω των σχετικών ερευνών που έχουν γίνει, μια εξ αυτών – και πολύ ενδιαφέρουσα – είναι αυτή της πρωτοβουλίας BrainGain. Τι απαντούν, λοιπόν, αυτοί που έφυγαν;

Ελάχιστοι συμπολίτες μας έφυγαν «ρίχνοντας μαύρη πέτρα πίσω τους», χωρίς την επιθυμία να επιστρέψουν κάποια στιγμή. Και το πιο κομβικό αίτημα των ξενιτεμένων συμπατριωτών μας είναι η άνθιση του ιδιωτικού τομέα: Η εκτός Ελλάδας γενιά μας είναι στραμμένη στο επιχειρείν, στα ελεύθερα επαγγέλματα και στην στελέχωση μεγάλων σχημάτων, πολυεθνικών ή μη. Ακόμα όμως και αυτοί που επιθυμούν να εργαστούν στο Δημόσιο, απαιτούν πρωτίστως αξιοκρατία.

Όσοι επιθυμούν να ανοίξουν δική τους επιχείρηση απαντούν σε μεγάλο ποσοστό ότι το βασικό εμπόδιο είναι η φορολογία, με τη γραφειοκρατία να ακολουθεί. Παράλληλα, οι περισσότεροι αξιολογούν ως σημαντικές παραμέτρους επιστροφής τους την εξυπηρέτησή τους από τις υπηρεσίες, ιδίως αυτές της υγείας, περιβαλλοντικά θέματα και η κοινωνική συνοχή.

Τέλος, οι περισσότεροι εύλογα ενδιαφέρονται και για τις απολαβές τους. Ταυτόχρονα, όμως, παραπάνω από τους μισούς είναι πρόθυμοι να επιστρέψουν αποδεχόμενοι μείωση της τάξεως από 10 έως 25% και κάποιοι λιγότεροι με ακόμα μεγαλύτερη μείωση.

Αυτά είναι σε γενικές γραμμές τα ευρήματα από την έρευνα του BrainGain, αλλά και η κοινή συνισταμένη των σχετικών ερευνών. Το πρώτο συμπέρασμα από τη μελέτη των στοιχείων αυτών είναι ότι πρόκειται για όλα αυτά που ενοχλούν και τους περισσότερους από όσους μένουμε και επιμένουμε στην Ελλάδα. Είναι άλλη μια απόδειξη ότι εκείνοι που έφυγαν δεν είναι «περίεργοι», αλλά καθημερινοί άνθρωποι όπως όλοι μας.

Το βασικό συμπέρασμα είναι ένα: Οι ναυαρχίδες της αναγέννησης της πατρίδας μας είναι η ελευθερία και η αξιοσύνη. Είναι η ενθάρρυνση των πολιτών να παράγουν και να καρπώνονται τους κόπους τους μέσα σε ένα πλαίσιο ξεκάθαρων κανόνων οι οποίοι θα ισχύουν για όλους. Είναι ο παραγωγικός και υγιής ιδιωτικός τομέας και ο αποτελεσματικός και διαυγής δημόσιος. Είναι η έμφαση στην ποιότητα ζωής, η επένδυση στην κοινωνία των πολιτών και η εμπέδωση της αλληλεγγύης.

Κλείνοντας, ως μήνυμα ελπίδας στο βαθύ σκοτάδι που μας έχουν βυθίσει τα τρεισίμισι χρόνια της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, αλλά και η σχεδόν δεκαετής πλέον κρίση αξίζει να επισημανθεί ένα τελευταίο εύρημα: Οι μισοί και πλέον από τους φίλους και τα αδέρφια μας που βρίσκονται εκτός συνόρων δηλώνουν ότι η ανατροπή των παθογενειών θα σημάνει την επιστροφή τους στην πατρίδα, δίπλα μας, είτε άμεσα, είτε το πολύ σε δυο χρόνια. Αναλογιστείτε τη ραγδαία ζημιά που προκάλεσε η αποχώρησή τους και φανταστείτε πόσο άμεσα ευεργετική θα είναι αντίστοιχα η επάνοδός τους.

Αυτό πρέπει να είναι και το κεντρικό μήνυμα: Η ανάκαμψη της Ελλάδας δεν είναι εύκολη, ούτε απλή. Είναι όμως στο χέρι μας. Είναι κυρίως στο χέρι της δικής μας γενιάς, η οποία διψά να ζήσει σε μια χώρα σύγχρονη, ανταγωνιστική, ελεύθερη και ασφαλή. Είναι στο χέρι μας και, μαζί με τα αδέρφια και τους φίλους μας, θα το πετύχουμε.