Ο δάσκαλος του χωριού

Ακολουθεί μια αληθινή προσωπική ιστορία ενός Κιλκισιώτη ο οποίος διαμένει στη Νέα Ζηλανδία.

Εκδρομή στα Πλατάνια

«Ανοίξτε τα τετράδιά σας για να διαβάσετε την έκθεση που γράψατε για την εκδρομή μας της περασμένης Δευτέρας στα πλατάνια του διπλανού χωριού» είπε με τη συνήθως δυνατή φωνή του ο κύριος Σωτηριάδης, δάσκαλος και Διευθυντής του διτάξιου Δημοτικού σχολείου του Νέου Γυναικοκάστρου, στο Νομό Κιλκίς.

Χτισμένο στην άκρη του χωριού, μ’ ένα μεγάλο περίβολο και νεο-φυτευμένα πευκάκια, το σχο-λείο ήταν το πιο καινούργιο κτίριο του χωριού μετά το Γραφείο της Κοινότητας και την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου με τον ωραίο Βυζαντινό τρούλο στο κέντρο της μεγάλης πλατείας.

Οι χοντροί του τοίχοι και η δυνατή σκεπή από  καλά κεραμίδια, στέγαζαν δυο μέτριες αίθουσες διδασκαλίας, ένα μικρό γραφείο για τους δυο δασκάλους και το μικρό διάδρομο που οδη-γούσε στις τρεις ξεχωριστές πόρτες. Οι δυο αίθουσες χωριζόταν μεταξύ τους με μια σειρά από υψηλές πόρτες που μπορούσαν να διπλωθούν για να ενωθούν οι αίθουσες σε μία, όταν χρειαζόταν μεγάλος χώρος όπως όταν έκαναν κάποια σχολική εορτή ή το σχολείο γινόταν το εκλογικό κέντρο της περιοχής για
να ψηφίσουν οι χωρικοί στις εκλογές.

Μόλις είχε τελειώσει τη στρατιωτική του θητεία ο κ. Σωτηριάδης σαν Έφεδρος Ανθυπολοχαγός και το θεωρούσε εξαιρετική τιμή, το να τον διορίσουν δάσκαλο στο χωριό που γεννήθηκε και μεγάλωσε. Ανταποκρινόμενος σ’ αυτή την τιμή, εκείνος υποσχέθηκε στον εαυτό του πως θα έκανε το καλύτερό του να βοηθήσει τα χωριατόπουλα του Νέου Γυναικοκάστρου να προοδεύσουν στη ζωή τους και να γίνουν χρήσιμοι πολίτες στην καινούργια Ελλάδα,
«μια χώρα που οι ορίζοντες προόδου ήταν απεριόριστοι», έλεγε ο Κυριάκος Σωτηριάδης.

Ο Νίκος Ζαχαριάδης, μαθητής της Έκτης τάξης και μάλιστα ο καλλίτερος ανάμεσα στους συμ-μαθητές του, κιτρίνισε ελαφρά γιατί το είχε ξεχάσει εντελώς –μα εντελώς- ότι έπρεπε να έχουν έτοιμη για σήμερα την έκθεσή τους που τους είχε ζητήσει ο κ. Σωτηριάδης όταν επέστρεψαν από την εκδρομή.

Και τώρα τι θα έκανε; Αν ομολογούσε ότι ξέχασε να ετοιμάσει την έκθεσή του, θα έπρεπε να περι-μένει τουλάχιστον δέκα ξυλιές στις παλάμες του που συνήθως, εκτός από το δυνατό πόνο για τα επόμενα δέκα λεπτά, θα άφηναν μελανά σημά-δια στα χέρια του που δεν θα μπορούσε να τα δικαιολογήσει στον πατέρα του και φυσικά τότε θα τον περίμενε και δεύτερη τιμωρία!

Έτσι, το πήρε απόφαση και άνοιξε το τετράδιό του, λες και ήταν έτοιμος να διαβάσει την έκθεση που … δεν είχε γράψει!

Ευτυχώς που ο κ. Σωτηριάδης δεν του ζήτησε να είναι ο πρώτος που θα διάβαζε την έκθεσή του και βρήκε λίγο χρόνο να προετοιμάσει τις σκέψεις του!
Σε λίγο όμως άκουσε τον κ. Σωτηριάδη να λέει:
«Σταμάτα να διαβάζεις Δημητράκη, βαρέθηκα να ακούω τα ίδια και τα ίδια. Σας είπα χίλιες φορές: Δεν αρχίζουμε τις εκθέσεις μας με «το πρωί σηκώθηκα, ντύθηκα, πλύθηκα, έφαγα, κτλ. κτλ.». Αν έγραφες ότι «έκανα τα πρωινά μου καθήκοντα, τέλειωνε η ιστορία! Ας συνεχίσουμε όμως, Ζαχαριάδη, διάβασε την έκθεσή σου.»

Και ο μικρός Νικόλαος Ζαχαριάδης συγκέντρω-σε όλο το κουράγιο που του έδινε ο φόβος της αποτυχίας και με σταθερή φωνή άρχισε να δια-βάζει την έκθεση που … δεν υπήρχε στο τετρά-διό του!

Κρατώντας το τετράδιο σηκωμένο και πολύ κοντά στα μάτια του για να μη δουν οι συμμα-θητές του που καθόταν στο ίδιο θρανίο ότι το τετράδιο δεν είχε καμιά έκθεση με τίτλο «Εκδρομή στα πλατάνια του Παλαιού  Γυναι-κοκάστρου», άρχισε να κάνει πως διάβαζε για το ξεκίνημά τους από το σχολείο και την πρωινή πορεία τους για το διπλανό χωριό!

Ακόμη και ο ίδιος δεν πίστευε στα αυτιά του, το  πόσο εύκολο ήταν να διαβάζει κάτι που δεν υπήρχε! Και αμέσως σκέφτηκε πως αυτό θα ήταν έτσι γιατί πάντοτε όταν έγραφε τις εκθέσεις του στο τετράδιό του, πρώτα ζωγράφιζε στο μυαλό του τις εικόνες που θα δημιουργούσαν την ιστορία του. Γι’ αυτό και τώρα είχε ξαναφέρει στη μνήμη του την περασμένη Δευτέρα και απλά περιέγραφε την ημέρα τους.
Διάβασε για το πρωινό ξεκίνημα από το χωριό τους εκείνη τη συννεφιασμένη ανοιξιάτικη ημέρα με τα σπουργίτια και άλλα πουλιά να τους συνο-δεύουν στον περίπατο μιας ώρας για να φτάσουν στο διπλανό χωριό. Μετά περιέγραψε το τοπίο που αντίκρισαν όταν έφτασαν στο Παλαιό Γυναικόκαστρο, κάτω από τα πανύψηλα πλατάνια, το μικρό ποταμάκι να κυλά ήσυχα τα νερά του και το επιβλητικό κάστρο της εποχής του Βουλγαροκτόνου να επιβλέπει τα πάντα από την μοναδική θέση που του έδινε το ύψος των εκατό και μέτρων πάνω από την πανέμορφη κοιλάδα.

Μίλησε μετά για τα παιγνίδια τους όλη την ημέρα, το μεσημεριανό φαγητό από ότι τους είχαν ετοιμάσει οι γονείς τους, στην περίπτωση το Νίκου λίγες ελίτσες, φρέσκο αγελαδινό τυράκι και ένα κομμάτι ψωμί που έπρεπε να βουτηχτεί στο ποταμάκι για να μαλακώσει λιγάκι!

Και όπως συνέχιζε να διαβάζει την ανύπαρκτη έκθεσή του, άρχιζε να αποκτά μεγαλύτερο θάρρος και σιγουριά στο ότι τελικά θα τα κατάφερνε να γλιτώσει τις δέκα ξυλιές και ταυτόχρονα ήξερε καλά ότι αν αποτύγχανε, τότε
οι ξυλιές θα γινόταν πολύ περισσότερες!

Και σαν από θεϊκή έμπνευση κατέληξε με τη φράση που του έμεινε αλησμόνητη στην υπό-λοιπη ζωή του: «Και όπως ο ήλιος έγερνε προς τη δύση, αποχαιρετήσαμε τον όμορφο τόπο
που τόσες και τόσες φορές μας δέχθηκε στην αγκάλη του!»
Έκλεισε γρήγορα το τετράδιό του πριν προλάβει να καταλάβει κανείς πως έτρεμαν τα χέρια του και έμεινε ακίνητος λες και περίμενε να ακούσει την θανατική του καταδίκη. Αντί γι’ αυτό όμως άκουσε τον κ. Σωτηριάδη να λέγει: «Ναι, αυτή ήταν μια σωστή περιγραφή της εκδρομής μας!»

Και συνέχισε ο κ. Σωτηριάδης: «Είδατε με ποιό τρόπο ο Νίκος κάλυψε λογικά από την αρχή μέχρι το τέλος όλα όσα έγιναν στην εκδρομή μας; Στην έκθεσή του υπήρχε, πρόλογος, κυρίως θέμα και επίλογος, στα μέρη που σας έχω εξηγήσει τόσες φορές πως πρέπει να χωρίζεται μια σωστή έκθεση! Ιδιαίτερα η περι-γραφή του για το τοπίο στα πλατάνια και τα γύρω αξιοθέατα ήταν απόλυτα σωστή! Και μάλιστα έκανε ένα επίλογο με μια έξυπνη παρομοίωση που άφησε ωραίες εντυπώσεις για όλη την εκδρομή. Για διάβασέ μας ξανά τον επίλογό σου Ζαχαριάδη για να καταλάβουν οι συμμαθητές σου πως πρέπει να κλείνει μια καλή έκθεση!»

Η αγωνία του Νίκου να διαβάσει όσο το δυνατόν καλύτερα την ανύπαρκτη έκθεση και τα επαινε-τικά λόγια του κ. Σωτηριάδη, του είχαν ζαλίσει το μυαλό και το μόνο που δεν περίμενε ήταν αυτό που του ζήτησε ο κ. Σωτηριάδης!

Τώρα, τι λόγια είχε χρησιμοποιήσει για τον επίλογό του; Μήπως θυμόταν τίποτε;

«Ποιό … κομμάτι ζητήσατε να διαβάσω κύριε;» ρώτησε με τρεμάμενη φωνή ο Νίκος.
«Έλα τώρα, τον επίλογο είπα» απάντησε κάπως άγρια ο κ. Σωτηριάδης. «Την τελευταία παράγραφο, όχι, καλύτερα την τελευταία πρόταση, εκεί που έλεγες για την αγκάλη της κοιλάδας …, κατάλαβες;»

«Μάλιστα κύριε» είπε δυνατά ο μικρός Νίκος
και από μέσα του έλεγε: «Δόξα το Θεούλη μου που είπε την λέξη αγκάλη και μ’ έσωσε!».

Και με ήρεμη φωνή τώρα, επανέλαβε την πρόταση που διάβασε πριν τρία λεπτά, σχεδόν λέξη προς λέξη μα το πρόσωπό του ήταν κατακόκκινο!

«Μπράβο» είπε ο κ. Σωτηριάδης. «Εσύ παιδί μου έχεις θηλυκό μυαλό, το μυαλό σου γεννά ιδέες, σκέφτεται να χρησιμοποιήσει κάτι διαφορετικό από τα συνηθισμένα! Και πάλι μπράβο Ζαχαριάδη!» κατέληξε ο κ. Σωτηριάδης.

Και ο μικρός Νίκος ευλογούσε την καλή του μνήμη που πάντοτε ήταν το μεγαλύτερο πλεονέκτημά του. Βέβαια, ήταν καλός μαθητής γιατί πάντοτε προετοιμαζόταν γερά για τα μαθήματά του αλλά στις μετρημένες περιπτώ-σεις που κάτι θα πήγαινε στραβά, τον έσωζε η μνήμη του και το γρήγορο μάτι του.

Ναι, έτσι έλεγε ο Νίκος γιατί πίστευε πως μπο-ρούσε να διαβάζει πολύ πιο γρήγορα με το μάτι του και όταν ερχόταν η στιγμή να εκφωνήσει τις λέξεις που είχε διαβάσει, είχε καιρό να σκεφθεί πως ακριβώς έπρεπε να τις προφέρει.
Ο μικρός Ψάλτης

Βλέπετε, ο κ. Σωτηριάδης τον υπέβαλε σε πολλές δοκιμασίες και ο Νίκος το είχε καμάρι του που πάντοτε βγήκε ασπροπρόσωπος!

Σαν τον περασμένο μήνα που όλοι οι μαθητές  του σχολείου είχαν πάει στην εκκλησία του χωριού, όπως και κάθε Κυριακή για τους μήνες που λειτουργούσε το σχολείο. Ο κ. Σωτηριάδης είδε πως έλειπε ο συνηθισμένος ψάλτης – ένας νέος με ωραιότατη φωνή- και τράβηξε ελαφρά τον Νίκο από το μανίκι του για να τον φέρει μπροστά στο ψαλτήρι και του είπε να πάρει θέση δίπλα στον γέροντα ψάλτη γιατί σε λίγο θα διάβαζε τον Απόστολο της Κυριακής!

Ο Νίκος χρειάστηκε να ανέβει σχεδόν όρθιος πάνω στη σανίδα που χρησίμευε για να κάθονται οι ψάλτες για να μπορέσει να διαβάσει από το χοντρό βιβλίο που του έδειξε ο γηραιός ψάλτης. Μα μόλις συνήρθε από την τρομάρα που πήρε από την ιδέα του κ. Σωτηριάδη, άρχισε να διαβάζει με τα μάτια του γρήγορα-γρήγορα το ιερό κείμενο για να δει ποιές ήταν οι λέξεις που έβλεπε για πρώτη φορά και πως θα έπρεπε να τις προφέρει. Με χαρά είδε πως ο Απόστολος της ημέρας ήταν από την «προς Κορινθίους Επιστολής Παύλου» την οποία είχε ακούσει άλλη μια φορά τον περασμένο χρόνο και ήταν σίγουρος πως θα τα κατάφερνε αρκετά καλά.

Και με τη σιγουριά αυτή, έριξε μια γρήγορη
ματιά γύρω του από την υψηλή του θέση προς το εκκλησίασμα και τότε είδε τη μητέρα του γονατισμένη στην πλευρά των γυναικών να προσεύχεται και τα δάκρυά της να τρέχουν ασταμάτητα. Είχε τον πόνο της η κυρά-Ελένη τότε γιατί ο μεγάλος της ο γιος, μόλις 16 χρονών παλικάρι, είχε πάθει ένα άσχημο κρυοπάγημα το περασμένο μήνα μαζεύοντας βαμβάκια μέσα στα πλημμυρισμένα χωράφια στο τσιφλίκι του γειτονικού χωριού. Το αποτέλεσμα ήταν να τρέμει το δεξί του χέρι ασταμάτητα λες και ήταν μια μορφή ημι-παράλυσης. Καημένη μάνα!

Τον έβγαλε όμως από τις σκέψεις του ο γέρο- ψάλτης που τον σκούντησε ελαφρά στο πλευρό γιατί είχε έρθει η ώρα να αρχίσει ο Νίκος την ανάγνωση του Απόστολου. Άρχισε λοιπόν με καθαρή, δυνατή φωνή την ανάγνωση του Απόστολου αλλά με την εικόνα της μητέρας του στη σκέψη του, άρχισαν να βουρκώνουν τα μάτια του, δυο δάκρυα να κυλούν στα μαγουλά του και φυσικά τα γράμματα στο βιβλίο άρχισαν να θολώνουν!

Μόλις τέλειωσε την πρώτη πρόταση «Πρός Κορινθίους …» και πριν χρειασθεί να πει το «Αδελφοί …» αισθάνθηκε –δεν τον είδε- τον
κ. Σωτηριάδη δίπλα του να του σκουπίζει τα μάτια με το μαντίλι του και να του λέει με
χαμηλή φωνή, «προχώρα Ζαχαριάδη».

Και εκείνος συνέχισε την ανάγνωση του Απόστολου με όσο πιο σταθερή φωνή του επέτρεπε η συγκίνηση που είχε δημιουργηθεί μέσα του βλέποντας τη μάνα του να κλαίει και
να προσεύχεται. Όταν τέλειωσε την ανάγνωση και αφού ύψωσε τη φωνή του όπως έπρεπε στην τελευταία πρόταση του Απόστολου, τον πήρε και πάλι ο κ. Σωτηριάδης από το μανίκι και τον πήγε πίσω στη γραμμή με τους άλλους συμμαθητές του και του ψιθύρισε: «Να με περιμένεις έξω μετά το τέλος της λειτουργίας».

Παρ’ όλη την αδυναμία που του έδειξε ο κ. Σω-τηριάδης όταν ο Νίκος διάβαζε τον Απόστολο, πάλι η σκέψη του Νίκου πήγε στο κακό!

Τι λάθος να έκανα, σκεπτόταν, και μου ζήτησε να τον περιμένω μετά την λειτουργία; Το μόνο που μπορούσε να σκεφθεί ο Νίκος ήταν που δεν μπόρεσε να κρατήσει τα δάκρυά του αλλά και γι’ αυτό θα έπρεπε να τιμωρηθεί; Ποιός ξέρει, μουρμούρισε ο Νίκος και σταμάτησε στο τελευταίο σκαλοπάτι της εκκλησίας τους και κοίταζε χωρίς ενδιαφέρον τα καφενεία που μόλις τώρα ετοιμαζόταν να ανοίξουν τις πόρτες τους.

Μερικά λεπτά αργότερα βγήκε και ο κ. Σωτηρι-άδης από την εκκλησία και άναψε το τσιγάρο του λίγο πριν πλησιάσει προς το Νίκο λέγοντας: «Έλα Ζαχαριάδη μαζί μου» και προχώρησε προς το πρώτο καφενείο που ήταν απέναντι από την εκκλησία. Ο Νίκος δεν ήξερε πια τι να φανταστεί! Η περιέργειά του όμως έσβησε όταν άκουσε τον κ. Σωτηριάδη να δίνει παραγγελία στον καφετζή λέγοντας: «Ένα μέτριο Γιαννάκη
για μένα και μια Βανίλια για τον «ψάλτη μας»!
Έφαγε την Βανίλια του στα γρήγορα μην τυχόν και τον δει ο πατέρας του να κάθεται σε καφε-νείο, παρ’ όλο που ήταν με τον δάσκαλό του και μ’ ένα πολύ ευγενικό «ευχαριστώ κύριε» σηκώ-θηκε από την ψάθινη καρέκλα και τράβηξε για το σπίτι τους.

Χωρίς όμως να μπορεί να το καταλάβει και ο ίδιος, άρχισε να δημιουργείτε μέσα του ένα είδος θαυμασμού γι΄αυτόν τον νεαρό δάσκαλο, που ήταν σε θέση να του δώσει πριν τρεις μέρες 15 ξυλιές με μια φαρμακερή βέργα οξιάς που είχε ετοιμάσει για τέτοιες περιπτώσεις ο κ. Σωτηριά-δης, όταν ο Νίκος παίζοντας στο διάδρομο του σχολείου κλότσησε τη μπάλα και έσπασε –κατά λάθος βέβαια- μια μεγάλη γλάστρα που ήταν τοποθετιμένη πάνω στο μεγάλο παράθυρο!

Τα χεράκια του Νίκου είχαν μελανιάσει από τις βεργιές και η μάνα του τα έδεσε με κάτι πανιά από παλιά πουκάμισα και λίγο δροσερό γιαούρτι για να μαλακώσει λιγάκι ο πόνος του.

Γυρνώντας στα μαθήματα της αρχαίας ιστορίας, ο μικρός Νίκος παρομοίαζε το δάσκαλό του με τον Σπαρτιάτη στρατηγό που έβλεπε μπροστά του μόνο τη «νίκη» άσχετα που για να κερδίσει την μάχη θα έπρεπε να θυσιαστούν πολλές ζωές! Και όμως υπήρχε και κάτι «Αθηναϊκό» επάνω στο δάσκαλό του, μια κάποια λεπτότητα, όπως πριν που του σκούπιζε τα δάκρυά του καιπριν λίγο που τον κέρασε Βανίλια, πράξεις  που κανένας άλλος δάσκαλος δεν έκανε ποτέ!

Παιδικό Θέατρο

Εκείνο όμως που έκανε τον Νίκο να πιστέψει πως θα έπρεπε να προσπαθήσει να γίνει στη ζωή του κάτι παραπάνω από «αγρότης» ήταν η ετήσια θεατρική παράσταση που ετοίμαζε την 25η Μαρτίου η έκτη τάξη του σχολείου τους προς τιμή της δεύτερης Εθνικής ημέρας της Πατρίδας για την επανάσταση του 1821!

Εκείνη τη χρονιά, διάλεξε ο κ. Σωτηριάδης ένα κομμάτι που αναφερόταν στην πολιορκία του Σούλι από τους Τούρκους του Αλή Πασά και συγκεκριμένα σ’ ένα ιερέα που ο γιος του, είχε  σκοτωθεί πάνω στις πολεμίστρες. Στην τελευ-ταία παράσταση, δυο άλλοι πολεμιστές έφερναν το σκοτωμένο παλλικάρι του ιερέα στο σπίτι του και φυσικά, ο ιερέας και η γυναίκα του έπρεπε να ξεσπάσουν σε κλάματα.

Και η μικρή Φροσούλα που έπαιζε τη γυναίκα του παπά, μπορούσε και έκανε πως έκλεγε θαυμάσια με την ψιλή φωνούλα της αλλά ο Νίκος που έπαιζε τον παπά δεν τα κατάφερνε καθόλου. Αντίθετα, ακούγοντας τη Φροσούλα να κλαψολογεί του ερχόταν γέλια ασταμάτητα!

Ξέχασε όμως ο Νίκος πως ο κ. Σωτηριάδης ήθελε τελειότητα στα πάντα κι’ αυτό που ήθελε ο κ. Σωτηριάδης, αυτό θα έπρεπε να γίνει!

Μόλις λοιπόν είδε τον Νίκο για Τρίτη φορά να χαμογελά ενώ έπρεπε να κάνει πως κλαίει γιατί έπεφτε πάνω στο σώμα του γιου του που το έφεραν εκείνη τη στιγμή οι φίλοι του, σήκωσε ο κ. Σωτηριάδης τη βέργα του που με δύναμη αστραπής έπεσε πάνω στο δεξί πόδι του Νίκου και ακριβώς λίγο πιο πάνω από τη φτέρνα του. Χωρίς να το καταλάβει ο Νίκος έβγαλε μια σπαραχτική φωνή πόνου και τα δάκρυα άρχισαν να κυλούν ασταμάτητα! Και μέσα στο φοβερό αυτό πόνο, άκουσε τον κ. Σωτηριάδη να λέγει: «Ακριβώς αυτό που σου ζητούσα να κάνεις σωστά τόσες φορές, το κατάφερα με μια ξυλιά μόνο! Τώρα διάλεξε και πάρε!»

Τα δάκρυα του Νίκου δεν σταματούσαν και ο πόνος του ήταν δυνατός μα μέσα στον πόνο του κατάλαβε καλά τι ήθελε να επιτύχει ο κ. Σωτη-ριάδης. Στην τελευταία πρόβα που έκαναν πριν την παράσταση μπροστά σ’ όλους τους συγ-χωριανούς τους, δεν χρειάστηκε ξυλιά από τον κ. Σωτηριάδη για να τρέξουν τα δάκρυα του Νίκου, ούτε πρόσεξε την ψιλή φωνούλα της Φροσούλας για να χαμογελάσει. Αντίθετα, η φωνή του ήταν πιστευτά πονεμένη και τα δάκρυα αληθινά … μα ψεύτικα!

Μετά την επίσημη παράσταση της 25ης Μαρτίου, ο πατέρας του Νίκου τον αγκάλιασε με καμάρι και του έβαλε στην τσέπη του ένα δίφραγκο που εκείνη την εποχή αυτές οι δυο δραχμούλες θα ήταν το χαρτζιλίκι του πατέρα του για τουλά-χιστον μια εβδομάδα αν όχι ένα μήνα! Το ίδιο βράδυ άκουσε ο Νίκος τον πατέρα του να ψιθυρίζει στη μητέρα του: «Δεν ξέρω τι θα κάνουμε Ελένη μα το παιδί πρέπει να το στείλουμε στο Γυμνάσιο του Κιλκίς του χρόνου»!
Επίλογος

Τέλειωσε το Δημοτικό σχολείο με το Βαθμό
«9 Λίαν καλώς» γιατί ο κ. Σωτηριάδης δεν έβαζε ποτέ «10 Άριστα» σε απολυτήριο Δημοτικού και ειδικότερα όταν ο μαθητής αυτός επρόκειτο να συνεχίσει τις σπουδές του στο επαρχιακό Γυμ-νάσιο του Κιλκίς. Πίστευε ο κ. Σωτηριάδης και αυτή ήταν η αλήθεια, πως οι εξεταστές του Γυμνασίου στις εισαγωγικές εξετάσεις θα τους έβαζαν πιο δύσκολες ερωτήσεις γιατί ήθελαν να αποδείξουν πως οι δάσκαλοι στα χωριά δεν ήξεραν να μορφώσουν τέλεια τα παιδάκια σε όλα τα μαθήματα! Πόσο άδικο είχαν!

Ο κ. Σωτηριάδης μόρφωνε τους μαθητές του με πολύ περισσότερες γνώσεις από όλους τους δασκάλους «της πρωτευούσης» μα πάνω απ’ όλα με το παράδειγμά του γιατί ήταν ένα πετυ-χημένο, τίμιο και υπερήφανο παλικάρι για το σχολείο του, τους μαθητές του και τον τόπο του!
 
Ας ξαναγυρίσουμε όμως στο Νίκο που συνέχιζε τις σπουδές του στο Γυμνάσιο του Κιλκίς μα κάθε καλοκαίρι, Χριστούγεννα και Πάσχα που έκλεινε το Γυμνάσιο, πήγαινε στο χωριό του και για να είναι με την οικογένειά του αλλά και για να βοηθήσει με τις αγροτικές εργασίες. Ιδιαίτερα το καλοκαίρι με το θερισμό και τα αλώνια, όλη η οικογένεια μαζί άρχιζαν τη μέρα τους πριν βγει ο ήλιος και δεν επέστρεφαν στο σπιτάκι τους πριν κρυφτεί η πύρινη σφαίρα πίσω από τα υψηλά βουνά της Παιονίας, δηλαδή 16 συνεχείς ώρες ημερησίως!
Σε μια τέτοια περίοδο διακοπών -νομίζω πως ήταν Πάσχα τότε- του ζήτησε τη βοήθειά του η δωδεκάχρονη κόρη της αδελφής του για να γράψει μια δύσκολη έκθεση που τους είχε βάλλει ο δάσκαλός της που ήταν ο ίδιος ο κύριος Σωτηριάδης που γνωρίσαμε πριν, μόνο λίγο πιο πονηρός από τα χρόνια του Νίκου.
Στην αρχή, ο Νίκος αρνήθηκε να βοηθήσει τη Θεοδώρα αλλά μετά από λίγο, ο πειρασμός
να κάνει μια «εξυπνάδα» στον παλιό του δάσκαλο τον έκανε ν’ αλλάξει γνώμη. Η έκθεση αυτή όμως είχε το δύσκολο θέμα: Πατρίδα και Θρησκεία και ο Νίκος έπρεπε να βάλλει όλη του την τέχνη για να καταφέρει κάτι παραπάνω από μια συνηθισμένη ιστοριούλα.

Άρχισε λοιπόν παρομοιάζοντας το Ελληνικό Έθνος με τον μυθικό γίγαντα Άτλα που κρατού-σε στις πλάτες του τον ουρανό στηριζόμενος καλά πάνω στα δυο δυνατά του πόδια. Και συνέχισε ο Νίκος: «Τα δυνατά πόδια που στηρίζουν το Έθνος μας είναι η αγάπη για την χώρα μας, την πατρίδα μας και η παντοδύναμη πίστη μας στη μόνη αληθινή θρησκεία, την Ορθόδοξη πίστη»!

Και κατέληξε κάπως έτσι: «Ναι, Θρησκεία και Πατρίδα είναι τα δυο σκέλη (πόδια) πάνω στα οποία βασίζεται ακράδαντα η Ελληνική φυλή  και γι’ αυτό τίποτε δεν πρόκειται να μας βγάλει από την πορεία μας για να μεγαλουργήσουμε»!

Δυστυχώς όμως αυτή τη φορά το κόλπο του Νίκου δεν έπιασε και την εξυπνάδα του την πλήρωσε η ανεψιά του.

«Θεοδώρα, μόνο ο θείος σου θα μπορούσε να γράψει αυτή την έκθεση» είπε ο κ. Σωτηριάδης. «Άνοιξε το χέρι σου για πέντε ξυλιές μονάχα και θεώρησε τον εαυτό σου τυχερή γιατί τις άλλες πέντε θα τις δώσω στο θείο σου όταν τον δω και ας μην είναι πια μαθητής μου» είπε μ’ ένα μικρό ψευτοχαμόγελο ο κ. Σωτηριάδης.

Δεν κράτησε όμως την υπόσχεσή του. Αντίθετα, όταν ο Νίκος έβγαλε την απόφαση να μετανα-στεύσει στη Νέα Ζηλανδία του ευχήθηκε «καλή τύχη» και «στο επανιδείν»!

Ο κύριος Κυριάκος Σωτηριάδης, Διδάσκαλος και Διευθυντής του Δημοτικού Σχολείου Νέου Γυναικοκάστρου, απεβίωσε πριν δεκατρία περίπου χρόνια μα η διδασκαλία του και τα αληθινά παραδείγματα που συνεχώς μας έδινε, θα εξακολουθούν να μας συνοδεύουν καθημερινά για πολλά χρόνια στη ζωή μας!



Νίκος Ζαχαριάδης

 

http://kilkistoday.gr/arthrografia/kilkis/apopseis-kilkisioton/8007-daskalos-xoriou


Διαβάστε επίσης...

Κρησφύγετο Ρώσων κατασκόπων αποκαλύφθηκε στην Χαλκιδική από τον θάνατο ενός Τσέχου

TweetΚρησφύγετο Ρώσων κατασκόπων στην Χαλκιδική, αποκάλυψε ο θάνατος ενός Τσέχου, υπηκόου ρωσικής καταγωγής, πριν από …

Το Belem μεταφέρει την Ολυμπιακή Φλόγα και περνάει από την Γέφυρα Ρίου -Αντιρρίου (video)

TweetΜε το εντυπωσιακό τρικάταρτο ιστιοφόρο Belem, ξεκίνησε η Ολυμπιακή Φλόγα το ταξίδι της, με προορισμό …

e-Καταναλωτής: Σε λειτουργία η νέα πλατφόρμα

TweetΗ αναβαθμισμένη νέα πλατφόρμα e-Καταναλωτής είναι από σήμερα διαθέσιμη σε όλους τους καταναλωτές, χρήστες του …

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *